Η καιρική εξέλιξη στον Παρνασσό την Τετάρτη 21/1/26 αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου η ίδια συνοπτική κυκλοφορία παράγει έντονες τοπικές διαφοροποιήσεις. Παρότι στη μέση τροπόσφαιρα επικρατεί νότια ροή, η συμπεριφορά των χαμηλών στρωμάτων καθορίζεται από το ανάγλυφο του βουνού και από τη σύσφιξη της θερμής μεταφοράς από τα νοτιοανατολικά. Το αποτέλεσμα είναι μια σαφής διάκριση μεταξύ του Βόρειου και του Νότιου τόξου, τόσο ως προς το είδος των φαινομένων όσο και ως προς τον ρυθμό μεταβολής τους.
Πριν την έναρξη της σύσφιξης, στον ορεινό όγκο του Παρνασσού έχει εγκατασταθεί ψυχρό στρώμα κοντά στην επιφάνεια, απόρροια προηγούμενης ψυχρής μεταφοράς. Το στρώμα αυτό δεν έχει ομοιόμορφο πάχος ούτε ίδια δυναμική σε όλο το βουνό. Στα βόρεια και βορειοανατολικά τμήματα είναι παχύτερο και πιο σταθερό, ενώ στα νότια και νοτιοανατολικά είναι λεπτότερο και πιο ευάλωτο στην επερχόμενη θέρμανση.
Στο Βόρειο και ΒΑ τόξο, το έντονο και κλειστό ανάγλυφο ευνοεί τον εγκλωβισμό του ψυχρού αέρα και τη δημιουργία αναστροφών θερμοκρασίας. Η περιορισμένη ανανέωση της αέριας μάζας, σε συνδυασμό με αποστραγγιστικές και καταβατικές ροές, διατηρεί χαμηλές θερμοκρασίες κοντά στο έδαφος. Όταν ξεκινά η σύσφιξη της θερμής και υγρής μεταφοράς από τα νότια, ο θερμότερος αέρας δεν εκτοπίζει άμεσα το ψυχρό υπόστρωμα, αλλά ανυψώνεται πάνω από αυτό μέσω ισεντροπικής ανύψωσης. Έτσι ενισχύεται ο υετός, χωρίς όμως να ανεβαίνουν γρήγορα τα υψόμετρα χιονόπτωσης, επιτρέποντας τη συνέχιση των χιονοπτώσεων ακόμη και κατά τις πρωινές ώρες της Τετάρτης.
Αντίθετα, στο Νότιο και ΝΑ τόξο του Παρνασσού, που περιλαμβάνει και την περιοχή της Αράχωβας, η σύσφιξη θερμής μεταφοράς γίνεται άμεσα αισθητή στα χαμηλά στρώματα. Η ενίσχυση του ΝΑ ρεύματος οδηγεί σε καλύτερο αερισμό και σε ταχεία εισχώρηση της θερμής και υγρής αέριας μάζας προς την επιφάνεια. Το ψυχρό στρώμα, όντας λεπτότερο και λιγότερο εγκλωβισμένο, διαβρώνεται γρήγορα από πάνω προς τα κάτω. Ως αποτέλεσμα, το ύψος του 0°C ισόθερμου ανυψώνεται απότομα και τα υψόμετρα χιονόπτωσης ανεβαίνουν μέσα σε λίγες ώρες, με το χιόνι να μετατρέπεται γρήγορα σε βροχή.
Η ταυτόχρονη εξέλιξη αυτών των δύο διαφορετικών καθεστώτων εξηγεί τις μεγάλες χωρικές αντιθέσεις που παρατηρούνται στο ίδιο επεισόδιο. Ενώ στο Βόρειο τόξο ο Παρνασσός λειτουργεί ως «δεξαμενή ψύχους», διατηρώντας χειμερινό χαρακτήρα και αξιόλογες χιονοπτώσεις, στο Νότιο τόξο λειτουργεί ως διάδρομος θερμής εισβολής, όπου η μετάβαση από το χιόνι στη βροχή είναι γρήγορη και έντονη.
Συμπερασματικά, το επεισόδιο της 21ης Ιανουαρίου 2026 δείχνει ότι σε συνθήκες σύσφιξης θερμής μεταφοράς τα υψόμετρα χιονόπτωσης δεν ανεβαίνουν απλώς λόγω γενικής θέρμανσης της ατμόσφαιρας, αλλά κυρίως λόγω της διάβρωσης ή της διατήρησης του επιφανειακού ψυχρού στρώματος. Το ανάγλυφο του Παρνασσού είναι ο καθοριστικός παράγοντας που καθορίζει ποια τμήματα του βουνού «κρατούν» το χιόνι και ποια το χάνουν γρήγορα, παρά την κοινή συνοπτική εικόνα.
Αθροιστικός χάρτης χιονόπτωσης από το περιοχικό μας μοντέλο, υψηλής ανάλυσης στο διάστημα από 19 έως 22 Ιανουαρίου 2026.

