Η διήγηση του Κατεβατού, από αραχωβίτη τσοπάνο του Παρνασσού

Η ιστορία του Κατεβατού, του φοβερού ΒΑ ανέμου, όπως τη διηγήθηκε κάποιος τσοπάνης, που είχε τη στάνη του στις πλαγιές του Παρνασσού, σε μια παραστατική αφήγηση που ακολουθεί!

«…Πιάνουμε κουβέντα για τον καιρό, που όλους αρχίζει κάπως να μας φοβίζει. Κι αυτός με τα ίδια λόγια μας απαντάει όπως κι ο αγωγιάτης μας:

-O Kατεβατός θα κουμαντάρει

-Ποιος είναι επιτέλους αυτός ο Κατεβατός;

-Πού να τον ξέρει η αφεντιά σου, μου απαντάει ο οδηγός.

Ο πιο δυνατός αγέρας του Παρνασσού. Κ’ είναι ολάκερο παραμύθι. Θα μας το πει ο γερο- Λουκάς αν θέλει.

Και γυρίζοντας κατά το γερο- τσοπάνη:

-Δεν μας το μολογάς μπάρμπα Λουκά, συ π’ το ξέρεις, να τ’ ακούσουνε και τα παλληκάρια από ‘δω.

-Καιρός για παραμύθια είναι; Το Σαραντάημερο τα λένε, όχι τον Αύγουστο, είπε χωρατεύοντας ο μπάρμπα Λουκάς.

-Μα φαίνεται τόσο καλόβολος! Πώς μπορεί ν’ αρνηθεί στα επίμονα παρακάλια μας;

-Τι να σας πω μωρέ παιδιά, δεν λέγονται αυτά. Πρέπει ν’ ανταίσετε ατοί σας να δείτε και ν’ ακούσετε. Κρουσταλλιάζει τ’ ανθρώπου το αίμα. Να γω, πόσες φορές δεν άνταισα, μα σύντας τύχει, πάλι σκιάζομαι σαν νάμαι παιδόπουλο. Να ξέρατε τι αγριεμάδα παίρνει το βουνό! Χάνεις τα συλλοϊκά σου. Ούλος ο Παρνασσός χάνεται μέσα στα σύγνεφα και μάτι ανθρώπου δεν τον ξεχωρίζει. Απ’ τα φαράγγια του ξεχύνεται, ένα βουητό παράξενο, λες και βγαίνει απ’ της γης τ’ άπατα. Αστροπελέκια δυναμώνουνε τα’ άφαντο ποδοβολητό που ακούγεται πάνω στο Λικέρι- έτσι τη λένε οι ντόπιοι τη Λιάκουρα. Άσε τα ζωντανά! Αλαφιασμένα τρυπώνουνε όπου λάχει για ν’ απαγκιάσουνε. Κιοτεύουνε τα’ αγριοπούλια και φωλιάζουνε μέσα στις βραχοσκισμάδες, ακόμα κι αυτοί οι αητοί αποτραβιούνται στη φωλιά τους αφήνοντας ανάρια και που καμιά κραξιά. Μονάχα κάπου κάπου από κανένα καραούλι ακούς του λύκου τ’ ουρλιαχτό, μα λίγο κι αυτό., Που να καλακουστεί μέσα σ’ αυτή την κοσμοχαλασιά. Αμ’ σας είπα. Δεν μολογιώνται αυτά!

-Καλά αυτό είναι το παραμύθι μπάρμα Λυκά;

-Όχι απαντάει ο Λεωνιδάτσας. Και στον τσοπάνη:

-Κείνα τ’ άλλα π’ ξέρεις μπάρμπα, να μας πεις.

-Ε αυτά ακουστά τάχω απ’ τους παλιούς. Ατός μου δεν τα είδα. Κατά πως τα μολογάνε, έτσι θα σας τα πω.

Κι ανάβοντας ένα καινούργιο τσιγάρο- το μοναδικό φίλεμα που λαχταράνε οι τσοπάνηδες πάνω στα βουνά-΄άρχισε το παραμύθι του. Πάσχισα όσο μπορούσα να κρατήσω στα χαρτιά μου τα λόγια του μπάρμπα Λουκά.

Θελ’νε να πούνε, πώς γίνεται αυτό το κακό πάνου στην πυραμίδα (Λιάκουρα) γιατ΄ούλα τα στοιχειά μαζωμένα κει τσακώνονται λυσσασμένα συναμεταξύτους.

-Ο Βοριάς, ο Σορόκος, ο Λίβας, ο Λεβάντες, ο Κατεβατός, ο Μέγας ούλοι οι αγέρηδες πιάνονται μέση να δούνε ποιος θα νικήσει. Κι ουλουνούς τους στρώνει χάμω ο Κατεβατός. Ποιος να του βάνει πλάτη. Δέκα φορές αψ’λότερος είναι απ’ τη γκλίτσα με μια αγριάδα στο μούτρο που σ’ κόβεται η χολή άμα αντικρύσεις τα γελαδίσια μάτια του και τα γένεια του που σέρνονται κατάχαμα μ’ όλο πούνε γέροντας, έχει δύναμη παραφύση. Κατά πως σας είπα, ατός μου δεν τον είδα κάτι άλλοι συνομήλικοι λένε πως τον έχουνε ειδωμένα να σκαπετάει σαν λάφι από σύρραχο σε σύρραχο κι από ζυγό σε ζυγό. Ας είναι. Αφού τους νικήσει ολουνούς, ύστερα αποτραβιέται για να ξαποστάσει μέσα στο παλάτι του, πάνω στην πυραμίδα. Τόχε καμωμένο από κρούσταλλα, χιόνια και χαλάζι. Απ’ το κοντανάσασμα που κάνει απ’ την κούραση της πάλεψης, ξεχύνεται ένα αγεράκι παγωμένβο αυτό που ‘μεις το λέμε «απόγειο». Άμα είναι χειμώνας αναστατώνει το βουνό, μα τον Αλωνάρη φτάνοντας κατάκαμπα, βοηθάει τους ξωταραίους στο λίχνισμα. Αυτό ‘ναι παιδιά το παραμύθι.

-Καλά μπάρμπα – Λουκά, εγώ τόσες φορές ανέβηκα στη Λιάκουρα, μα παλάτι δεν είδα.

-Α, έκανε ο τσοπάνης σαν να του θύμισα κάτι σπουδαίο που άθελα του το παρέλειψε. Έχεις δίκιο. Δεν απόσωσα. Ο Κατεβατός παινεύονταν μια φορά, πώς άλλο παλάτι σαν το δικό του δεν βρίσκονταν πουθενά. Ακόμα κι απ’ του Ήλιου πιο λαμπερό. Δεν ήταν μονάχα σ’ ομορφιά περίβγαλτο μα και σε γεροσύνη ατράνταχτο. Ο Νοτιάς όμως κάποτε το ζήλεψε και θέλησε να ‘ κδικηθεί τον παινεσάρη Κατεβατό. Με μπαμεσιά άρχεψε σιγά- σιγά να φυσάει. Πάνε και τα χιόνια, πάνε και τα χαλάζια και τα κρούσταλα. Ούλα λιώσανε. Κι έτσι χάθηκε το παλάτι του γέροντα και δεν το βρίσκετε όταν πάτε. Ε τώρα κοιμ’ θείτε γιατί σύνταχα θα πάρετε δρόμο και θάστε αποσταμένοι.

-Κι ο καλός ο γέρος, σηκώθηκε να φύγει. Μα πριν βγει απ’ τη σκηνή, είπε στον οδηγό μας:

-Ρε Λεωνιδάτσα, άμα πάτε αύριο με το καλό στο κάτω Λικέρι δείξτε στα παιδιά και τ΄ ακηταριό του Γερόθεου.

-Τι είναι αυτό πάλι μπάρμπα- Λουκά; για πες μας.

-Αμ’ θα ξημερωθούμε άμα πιάσουμε τα παραμύθια.

-Κι όπως ήταν στην αρχή που πρωτόρθε, όρθιος μπροστά στην αμπατή της σκηνής μας ακουμπισμένος στη στραβαγγούλα του, μας είπε βιαστικά- βιαστικά αυτά:

-Πάνε χρόνια. Ένας καλόγερος απ’ το μοναστήρι του Άη- Λουκά τον λέγανε Γερόθεο (Ιερόθεο) πήγε ν’ ανταμώσει στη Λιάκουρα τον Κατεβατό και να δει ατός του τον πόλεμο που κάνανε τα στοιχειά. Νοέμβρη μήνα ξεκίνησε. Πήρε κοντά του ούλα τα χρειαζούμενα για να ξεχειμάσει κει πάνω σε μια σπηλιά, που είναι κοντά στην κορφή, πάνω απ’ τις Αϊλοκαϊτικες στρούγγες, στο κάτω Λικέρι. Σήμερα το λέμε Ασκηταριό.

-Τι είδε όμως αυτός ο παλαβός, κανένας δεν έμαθε. Σαν λιγοστέψανε τα χιόνια και πατήσανε οι τσοπάνηδες το βουνό πήγανε για ν’ ανταμώσουνμε τον καλόγερο και να τους ιστορήσει τα όσα είδε. Μα που Ιερόθεος, που… τα ράσα του. Μέσα στη σπηλιά βρήκανε κάτι ανθρώπινα κόκκαλα σκόρπια απ’ τα ζουλάπια που τάχανε ξεγδάρει απ’ το κρέας τους. Τον ξέκανε η βαρυχειμωνιά. Λένε όμως πώς βρήκανε γραμμένα στη σπηλιά απ’ το χέρι του Γερόθεου αυτά:

Eίδα το πάλεμα των στοιχειών, είδα και το παλάτι

κι άλλο δεν εφοβήθηκα σαν του Μαρτιού το απόγειο.

Αύριο που θα πάτε κατά κει, θα δείτε την γκρεμισμένη σπηλιά. Καλό ξημέρωμα.

Κι άξαφνα χάθηκε ο γερο – Λουκάς απ’ τα μάτια μας, ίδια όπως είχε παρουσιαστεί. Χίλια ευχαριστώ ευγενικέ τσοπάνη του Παρνασσού, κι ευγνωμοσύνη θα στο χρωστάμε, που μας χάρισες το θρύλο του Κατεβατού…»

———————————-

Τάκης  Λάππας «Στα ψηλώματα του Παρνασσού», Αθήνα 1937.