Κλιματικά στοιχεία του Παρνασσού

Σύμφωνα με την τελευταία έκδοση της «Περιβαλλοντικής Στρωμάτωσης της Ευρώπης», που δημιουργήθηκε από το Πανεπιστήμιο του Wageningen σε συνεργασία με το πανεπιστήμιο του Edinburgh, η περιοχή έρευνας ανήκει στην κατηγορία των Μεσογειακών βουνών (MDM) τα οποία επηρεάζονται και από την Μεσογειακή ζώνη αλλά και από το ηπειρωτικό κλίμα(Environmental Stratification of Europe version 8) (Metzger and Marc, 2018).

Το κυρίαρχο κλίμα στον εθνικό Δρυμό Παρνασσού είναι το ηπειρωτικό, με κύρια χαρακτηριστικά του ’’υγρού κλιματικού τύπου’’. Το καλοκαίρι χαρακτηρίζεται υγρό, σχετικά δροσερό και με τη θερινή περίοδο να περιορίζεται σημαντικά ή να εξαφανίζεται, βροχερό φθινόπωρο και δριμύ χειμώνα με μεγάλη διάρκεια. Σύμφωνα με την υπάρχουσα βιβλιογραφία βγαίνουν τα ακόλουθα συμπεράσματα για τα χαρακτηριστικά του κλίματος του Παρνασσού:

Το καλοκαίρι ο καιρός είναι αίθριος, τυπικά μεσογειακός, κατά διαστήματα ανεμώδης, με πολύ ασθενείς βροχοπτώσεις
από τον Ιούνιο μέχρι τον Αύγουστο, ή και με ορισμένες θερμικές καταιγίδες και κυρίως στη θερμική ζώνη. Η θερμοκρασία αέρος και η ηλιοφάνεια είναι υψηλές.

Το χειμώνα, ο καιρός είναι, γενικά άστατος, ανεμώδης, με σχετικά πυκνή νέφωση και άφθονες βροχοπτώσεις, κυρίως στην ορεινή ζώνη και σχετική υγρασία αέρος υψηλή. Εντοπίζονται μικρά διαστήματα ‘’θερινών ημερών’’ και συνήθως περί τον Ιανουάριο. Η κυρίως χειμερινή περίοδος διαρκεί από τον Δεκέμβριο έως και τον Μάρτιο και η ψυχρή από τον Νοέμβριο μέχρι τον Απρίλιο.

Για την περιοχή του Εθνικού Δρυμού Παρνασσού και κυρίως του ορεινού τμήματος αυτής, λείπουν οι τιμές των απαραίτητων μετεωρολογικών παραμέτρων (με απαραίτητη τη μέτρησή τους σε περίοδο 30 ετών και την εκτίμηση των τάσεων μεταβολής τους), λόγω έλλειψης σταθμών μετρήσεως. Προηγηθείσες μελέτες για τον Εθνικό Δρυμό του Παρνασσού (Μπρόφας κ.ά., 1996) έχουν χρησιμοποιήσει σταθμούς που λειτουργούσαν σε θέσεις με χαμηλό σχετικά υψόμετρο και ακολούθησε αναγωγή των μέσων τιμών ορισμένων παραμέτρων τους στο υψόμετρο των 1300 μ., που είναι το αριθμητικό μέσο του υψομετρικού εύρους του δρυμού (Παπαγιαννόπουλος, 2004).

Οι υψηλότερες βροχοπτώσεις παρατηρούνται μεταξύ Νοεμβρίου και Αυγούστου, με τον τελευταίο να καταγράφεται ως ο ξηρότερος μήνας. Η μέση ετήσια βροχόπτωση είναι περί τα 1000 mm και το μέσο ετήσιο ύψος ατμοσφαιρικών κατακρημνισμάτων σε υψόμετρο 1300 μέτρων είναι 1468,2 mm.

Βροχερότερος μήνας είναι ο Δεκέμβριος (232,4 mm) και ακολουθούν: ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος με 207,6 mm και 200,7 mm αντίστοιχα. Αντίθετα, λιγότερο βροχερός είναι ο Ιούλιος (30,3 mm) και ο Αύγουστος και Ιούνιος με 36,9 mm και 38,0 mm αντίστοιχα (Παπαγιαννόπουλος κ.ά., 2004). Επίσης παρατηρούνται σφοδρές βροχοπτώσεις με σημαντικές συνέπειες στις καλλιέργειες και τα ζώα εκτροφής.

Ωστόσο παρά την ένταση των βροχοπτώσεων, η επιφανειακή απορροή είναι μικρή, ως συνέπεια της επικράτησης του υδατοπερατού ασβεστόλιθου, συμβάλλοντας έτσι στην υπόγεια υδρολογία της περιοχής η οποία είναι ιδιαίτερα σημαντική και δικαιολογεί τον μεγάλο αριθμό πηγών. Η περίοδος χιονόπτωσης διαρκεί από τον Δεκέμβρη έως τον Μάρτιο με χιόνι έως και 4 μέτρα (Natura 2000).

(Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΔΑΣΟΚΟΜΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΤΟΠΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΩΝ ΤΟΠΙΩΝ ΤΟΥ ΤΟΥ ΕΘΝΙΚΟΥ ΔΡΥΜΟΥ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ, διδακτορική διατριβή της Θεοδώρας Ζάγκα).