Πολλές φορές η παρατήρηση και η εμπειρία των ντόπιων για την πρόγνωση του καιρού ξεπερνούσε σε επιτυχία ακόμη και τα προγνωστικά μοντέλα καιρού. Πλέον αυτό δε συμβαίνει με την πρόοδο της τεχνογνωσίας.
Έτσι λοιπόν οι παλαιότεροι παππούδες ήξεραν ότι, όταν βγάλει βοριά στην Αράχωβα, ο καιρός δε θα μας “πιάσει”, γιατί μάς “κόβει” ο Παρνασσός. Όμως παρόλα αυτά έχει πέντε ομπασιές (περάσματα) το βουνό που ξεχύνει ο βοριάς και πολιορκεί κατά σημεία την ευρύτερη περιοχή της Αράχωβας.
Προς το παρόν ας απολαύσουμε το κάτωθι λαογραφικό κείμενο του αείμνηστου δασκάλου Ηλία Λιάκου, το οποίο αναφέρεται στην επίδραση του Κατεβατού (ΒΑ ανέμου) και στις χιονοπτώσεις στην Αράχωβα. Είναι παραστατικότατο και περιγράφει ακριβώς τα όσα προσομοιώνουμε στο περιοχικό μοντέλο, ταυτόχρονα όμως διατηρεί με ενάργεια και δύναμη τη χροιά της λαογραφίας μας.
“Ο Κατεβατός, μολόγαε ο παππούς μου, έχει το παλάτι του κατά στην κορφή στη Λιάκουρα, και παραδίπλα στο Λικέρι. Τι να το ιδείς, τι να το απαντήσεις, όλο κρούσταλλα, πεντάμορφο. Από κει λοιπόν ξεκινάει άμα κοτήσει και ανασάνει άλλος καιρός και τότε αλίμονο σ’ ότι βρεθεί μπροστά του. Μια φορά, πάνε χρόνια τώρα, έφερε έλατα απ’ το Βελιτσιώτικο και πέρασε καμπόσα την πέρα πάντα. Θηρίο ανήμερο, σου λέω. Σιέται ο τόπος, σε κόβει ο βρουζμός, ας είναι.
Αυτός έχει πέντε ομπασιές για την Αράχωβα. Κυρίως του πρόχει να μπει απ’ το Μπαϊντάνη, την Ομπολή. Από κει τραβάει ίσια κάτω στη Γόριανη, Τούμπρη και ακουμπάει την πέρα πάντα, στα Παντίνια.
Μια άλλη είναι που κατεβαίνει απ’ του Μπελινά, τον κατήφορο, Γάντζες, Ράχη Σέλινο και σκαπετάει πέρα.
Η τρίτη είναι δώθε μειριά απ’ τον Πετρίτη, να κει, στον Απάνω τυριά, από μέσα απ’ την Καραούλα. Άμα ξεχύσει από κει, σαρώνει το Σκαφιδάκι, το Σαρκίνο παρακάτω, τη δώθε Πάνεια και κρούει και λιγάκι τον Κούκουρα, παραδέ όμως φτάνει μέχρι το πίσω Ρέμα και κάπου-κάπου μέχρι το Κουκόρεμα.
Άμα δε χωράει απ’ αυτές τις τρεις ομπασιές τότε κάνει πέρα μεριά και ξεχύνει απ’ το Σταυρό. Σαρώνει την Κατσιπλαγιά, Σφάλες, Βαθύρεμα κι όλη αυτή την πλάτη. Να καταλάβεις δώθε φτάνει μέχρι τη Χτιριαρού, άιντε ως το Πλόβαρμα, ούτε φουρτσί όμως παραδώθε. Καταλαβαίνεις τώρα το τι τραβάει ο ελαιώνας.
Και δεν είναι αυτό, αλλά φέρνει και ψιλοδρολάπι. Αντάμα με το Σταυρό, πολλές φορές, ξεχύνει και το Κρόκι, τ’ Καστριού ξεράδια. Άμα όμως αγριέψει κατακαλά, τότε δεν έχει χωρεμούς από πουθενά και κρατημούς από τίποτα. ‘Ισα να ξεθεμελιώσει το βουνό. Τον ακούς που κρούει στο Σιδηρόπορτο και λες πως βαράνε ούλες αντάμα του θεού ο μπομπάρδες. Άλλο να στο μολογάω κι άλλο να το βλέπεις και να τ’ ακούς. Και αφού δε χωράει από πουθενά, καβαλικεύει τότε και την Πωγωνή, και τότε είναι που είναι. Πουθενά δε σ’ απαντάει ο τόπος, και ταρακουνιέται το χωριό, λες και το πάει για ξεθεμέλιωμα.
Βλέπεις τα λιθάρια που έχομε αράδα-αράδα απάνω στις σκεπές. Είναι για να μην παίρνει ο Κατεβατός τα κεραμύδια. Αλλά τι κεραμύδια μου λες, αυτός κόβει δέντρα, κόβει φουγάρα, παίρνει σκεπές ολόκληρες και σε βγαίνει στον ήλιο χωρίς να το καταλάβεις…
Είναι να μην ξεχύσει Πωγωνή δεν αφήνει λιμηρίδα… Μολογάνε μια φορά πως στο Σταυρό, πήρε τους Σιμαρεσαίους με τα βόϊδα τους ερχόντουσαν οι ανθρώποι απ’ τα Καλύβια στο χωριό, να γλιτώσουν και γίναν όλοι άφαντοι. Λένε πως τους πέρασε την πέρα πάντα. Καμιά φορά φέρνει και χιόνι, έρχεται δηλαδή βουρκωμένος. Αλλά πού να το κρατήσει. Ούτε ξέρει που το πήζει ούτε ξέρει που το πάει… Άχρηστος καιρός, ούτε σταλαματιά βροχή, ούτε πασπάλα χιόνι, ντε, ξηροτσιβούρας.

Οι είσοδοι του Κατεβατού στην Αράχωβα (ομπασές)
