Στις 18 έως 24 Νοεμβρίου 1826 συντελέστηκε ένα από τα κορυφαία γεγονότα της Ελληνικής επανάστασης, η νικηφόρα Μάχη της Αράχωβας, που καθόρισε τη μετέπειτα έκβαση της Εθνικής Παλιγγενεσίας. Η σημασία της ήταν καθοριστική για την έκβαση της Επανάστασης, καθώς μετά την πτώση του Μεσολογγίου έπνεε τα λοίσθια σε όλη τη Στερεά Ελλάδα.
Ο στρατηγός Γ. Καραϊσκάκης με 300 Αραχωβίτες, υπήρξε ο εμπνευστής και πρωτεργάτης που κατατρόπωσε εκστρατευτικό σώμα 2200 Τουρκαλβανών του Μουστάμπεη στην Αράχωβα. Η μεγάλη νίκη των Ελλήνων αποδόθηκε στη σωτήρια επέμβαση του Αγίου Γεωργίου ο οποίος βοήθησε πολύ, με το δριμύ χειμώνα και τον άγριο Κατεβατό, δηλαδή το βορειοανατολικό ψυχρό άνεμο από τον Παρνασσό, στην εκδίωξη των κατακτητών.
Στις 24 Νοεμβρίου 1826, τελευταία ημέρα της ιστορικής Μάχης, άρχισε η φοβερή χιονοθύελλα. Ο Κατεβατός λυσσομανούσε με την παγερή πνοή του απ’ τον Παρνασσό, ενώ η δυνατή χιονοθύελλα σκέπαζε τα πάντα στο πέρασμά της. Στο μεταξύ, το χιόνι είχε υγράνει την πυρίτιδα και είχε αχρηστεύσει τα όπλα, με αποτέλεσμα οι Έλληνες να εξορμούν με τα σπαθιά τους εναντίον των τουρκαλβανών στα υψώματα του Παρνασσού. Το κρύο και το χιόνι έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη νικηφόρα έκβαση της Μάχης και το τραγικό τέλος των Τουρκαλβανών ήταν πλέον γεγονός, απ’ τους 2200, μόλις 300 άνδρες κατάφεραν να διαφύγουν, ενώ αρκετοί απ’ αυτούς έπαθαν κρυοπαγήματα απ’ το ισχυρό ψύχος και πέθαναν.
Ο αντίκτυπος της περίλαμπρης Μάχης εναντίον των Οθωμανών εξύψωσε το φρόνημα των Ελλήνων και αναπτέρωσε το ηθικό τους, δίνοντας τους ελπίδα, ώστε να συνεχίσουν τον αγώνα της Επαναστάσης, μέχρι την τελική δικαίωση.Τα ηρωϊκά εκείνα γεγονότα έμειναν ζωντανά στη μνήμη των Αραχωβιτών και ενσωματώθηκαν στο ξακουστό Πανηγυράκι της Αράχωβας, την τριήμερη γιορτή που εξέλαβε και εθνικό χαρακτήρα ταυτόχρονα.
Ας δούμε πώς περιγράφουν τον Κατεβατό της Αράχωβας, οι τρεις σπουδαίοι ιστορικοί συγγραφείς:
Ο αραχωβίτης Ιστορικός Γεώργιος Κρέμος στο βιβλίο του «Νεωτάτη Γενική Ιστορία εκδ. 1890»:
«… Η κωμόπολις (Αράχωβα) αύτη κείται επί της νοτίου κλιτύος του Παρνασσού προς Α των Δελφών. Εγγύτατα αυτής (εις 5 λεπτών απόστασιν) προς Δ έκειτο η παρ’ Ομήρω Ανεμώρεια ονομαζομένη ούτως εκ του εκεί πνέοντος φοβερωτάτου ΒΑ ανέμου Καταιβατού παρά των εγχωρίων καλουμένου. Ο άνεμος ούτος είναι τόσον ισχυρός, ώστε δάση ολόκληρα ελατών πρόριζα ανασπά και κατά τας διηγήσεις αυτοπτών γερόντων μικρόν τι προς της επαναστάσεως εκ των βορείων του Παρνασσού ανασπάσας ανετίναξεν εις ύψος υπεράνω της κορυφής του όρους και είτα αθρόας κατέρριψε παρά την πηγήν «Μάναν» κοινώς λεγομένην, του Πλειστού ποταμού, οπόθεν επί έτη οι κάτοικοι εξυλεύοντο. Ότι δε καταιγίζει ο Παρνασός μαρτυρούσιν άλλοι τε των αρχαίων και ο Στράβων, βωμόν δε είχον εις τους Ανέμους κατά τον Παυσανίαν…».
«…Ο δεινός Καταιβατός εμυκάτο εκ των φαλακρών κορυφών αυτού. Τόσον δε ισχυρός ην ο άνεμος και ψυχρός, ώστε πάντες οι τεταγμένοι φρουροί Έλληνες καταλιπόντες τας αυτών θέσεις εισήλθον εις το χωρίον, όπως θερμανθώσι πολλαχού καθ’ οδόν καταρριπτόμενοι υπ’ αυτού…».
«…Ο ολεθριώτατος Καταιβατός κοπάσας εν τω μεταξύ, ανέστη αύθις φοβερώτατος κατά την φονικήν ταύτην νύκτα. Άπλετος χιων και λάβρος υετός απετύφλουν τους φεύγοντας, ο δ’ ισχυρότατος άνεμος καθίστα βραδυτάτην την πορείαν και ουκ ολίγους ανέτρεπε, πλείστοι δ’ όσοι ως αδαείς του τόπου κατεβυθίζοντο εν βαθυτάτη χιόνι των κοιλωμάτων του εδάφους και βόθρων ή υψηλών κρημνών – οίτινες ουδαμού διεκρίνοντο της χιόνος από των κορυφών των λόφων και των βουνών του όρους μέχρι των προπόδων ομαλήν κατωφερεστάτην επιφάνειαν κατασκευασάσης- ων τα πτώματα ανευρέθησαν κατά το επόμενον έαρ μετά την τήξιν της χιόνος και των κρυστάλλων…».
Ο Χριστόφορος Περραιβός, Έλληνας στρατιωτικός, πολιτικός, αγωνιστής του εικοσιένα, δάσκαλος, στιχουργός και συγγραφέας, στενός συνεργάτης του Ρήγα Βελεστινλή, στα πολεμικά του Απομνημονεύματα (1836) περιγράφει αναλυτικά τις συνθήκες του Κατεβατού, ως εξής:
«Πριν διηγηθώ τα, μετά την έξοδον αυτών συμβάντα, κρίνω σημειώσεως αξίαν την θύελλαν εκείνης της ημέρας γεγονυίαν μετά μίαν ώραν της ισημερίας ως εφεξής, όλη η ατμόσφαιρα εσκοτίσθη από πυκνότατα, και μελανώτατα νέφη, μετά τούτο άρχισαν να ρίπτωσι χιόνα με σφοδρότατον και ψυχρότατον βόρειον άνεμον, ο οποίος περιστρεφόμενος εις τα πλάγια και κοιλάδας του Παρνασσού απετέλει την χιόνα ως τόσα βουνά εις την ατμοσφαίραν, κατωθουμένη δε εις την επιφάνειαν της γης παρά των ανέμων εσχημάτιζε τόσους σύφωνας και λαίλαπας, τα φαινόμενα ταύτα ήσαν αλλεπάλληλα και τρομερά, ώστε εβίαζον έκαστον να ζητεί προσωρινόν καταφύγιον, ταύτην την κινδυνώδη στιγμήν έκλεαν οι Τούρκοι αρμοδίαν της σωτηρίας των, καθ’ ην οι Έλληνες διέκειντο σχεδόν άπαντες εις τας οικίας θερμαινόμενοι, μολαταύτα ακούσαντες έτρεξαν κατόπιν σφάζοντες αυτούς με τα ξίφη, και μαχαίρας, (επειδή τα πυροβόλα όπλα απεκατέστησεν η χιών άχρηστα) αλλά το ψύχος, και η χιονοζάλη δεν εσυγχώρει να τους διώξωσι περισσότερον από τα έσχατα πλάγια του Παρνασσού.
Αν εκ της ρηθείσης περιστάσεως δεν ίσχυσαν ν’ αποπερατώσωσι τον σκοπόν των, ο σύμμαχος αυτών χειμών ανεπλήρωσε το υπόλοιπον της ακορέστου επιθυμίας των, διότι οι αποφυγόντες την μάχαιραν αυτών, και την δριμύτητα του χειμώνος εις τα μεσημβρινά πλάγια του Παρνασσού, οίτινες εσυμποσούντο υπέρ τους χιλίους διακοσίους, φθάσαντες απηυδισμένοι, και κατυγραμένοι από τον ιδρώτα εις τας κορυφάς του, και μέλλοντες να καταφύγωσιν εις το, κατά τας βορείας υπωρείας του Παρνασσού, και πλησίον της Δαυλίδος κείμενον Μοναστήριον, Ιερουσαλήμ, απήντησαν κατά πρόσωπον τον διαληφθέντα άνεμον συνοδευμένον με τας πυκνοτέρας και ψυχροτέρας νιφάδας της χιόνος, αι οποίαι εκάλυπτον που ολίγους, που πολλούς συσσωματωμένους και σφικτά ενηγκαλισμένους, τούτων τα οστά εύρον σορηδόν οι Αραχοβίται την άνοιξιν, συν αυτοίς δε όπλα χρυσά, αργηρά και χρήματα ουκ ολίγα, απ’ αυτό το τραγικό συμβάν μόλις εσώθησαν εις το Μοναστήριον έως διακόσιοι, και εκ τούτων ολιγώτατοι σχεδόν έμειναν αβλαβείς, διότι των μεν οι πόδες των δε αι χείρες, άλλων οι οφθαλμοί, και ετέρων αι ρίνες υπέφερον ακρωτηριασμούς…».
Τέλος, ο Δημήτριος Αινιάν, αγωνιστής της επανάστασης του 1821, και ιδιαίτερος γραμματέας του Γ. Καραϊσκάκη, στο έργο του: “Απομνημονεύματα, για την Επανάσταση του 1821” αναφέρει τα κάτωθι για τις καιρικές συνθήκες, που επικρατούσαν::
“Μόλις έδυσεν ο ήλιος και άνεμος λεπτός πνέων από τας χιονοσκεπείς κορυφάς του Παρνασσού διέχεε μεγίστην ψυχρότητα, ήτις διεπέρα ταχύτατα και τους καλώς ενδεδυμένους, αλλ’ όσοι δεν είχον επανωφόρια, ήτον αδύνατον ν’ ανθέξωσιν εις την μεγίστην του ψύχους σφοδρότητα. Οι πλειότεροι δε των Ελλήνων, οίτινες είχον τοποθετηθή περί το οθωμανικόν στρατόπεδον, δεν είχον λάβει μεθ’ αυτών τας κάπας των, ως ερχόμενοι άνευ αποσκευών, δια να είναι έτοιμοι προς μάχην. Ελθόντες δε από μακράν οδοιπορίαν, και πολεμήσαντες πολλήν ώραν άνευ διακοπής, υπαρχούσης κατά την ημέραν ζωηράς της προσβολής των ηλιακών ακτίνων, ήσαν οι πλειότεροι εις υπερβολήν ιδρωμένοι, όπερ κατέσταινε το ψύχος αφόρητον εις αυτούς”.
