Στην ενότητα «Ο ουρανός, τ’ άστρα κι η γη» του βιβλίου «Παραδόσεις του Ελληνικού λαού», ο Νικόλαος Πολίτης αναφέρεται στο «Κατέβασμα του φεγγαριού (αρ. 238)».
« Όταν καμιά μάγισσα θέλει να κάμει μεγάλα και τρανά μαγικά, ρωτά το φεγγάρι και το διατάζει να αποκριθεί. Και αν δεν αποκρίνεται, το κατεβάζει με τη βία η μάγισσα απ’ τον ουρανό, το καβαλικεύει, το ποδοπατά, το κλοτσά και το τουραχνά με κάθε τρόπο, όσο που να το φέρει στο θέλημά της και να της μολογήσει ό,τι γυρεύει αυτή να μάθει.
Πολλές φορές όμως, το φεγγάρι αντιστέκεται, δεν την ακούει. Και από τα τούραχνα και τα μαρτύρια που του κάνει, μουγκρίζει, και το μούγκρισμά του τ’ άκουσαν πολλοί, αν είναι μάλιστα τη νύχτα πολλή κακοκαιρία. Κι όποιος τ’ ακούσει δεν είναι μάγος, παθαίνει μεγάλο κακό, ή μουρλαίνεται ή βουβαίνεται ή τυφλώνεται. Και αυτό γίνεται γιατί, όταν τουραχνά η μάγισσα το φεγγάρι, την παραστέκουν οι διάβολοι, και τριγυρίζουν και της ζητάν την άδεια να βλάψουν τον κόσμο. Και αλίμονο σ’ όποιον βρεθεί μπροστά, αν τους δώσει την άδεια η μάγισσα.
Ύστερα απ’ αυτά, όταν καμιά άλλη φορά το προσκαλέσει η μάγγισα να κατεβεί, γιατί δεν μπορεί να κάμει αλλιώς, μα κατεβαίνει με τόσο θυμό, που όπου κι αν πέσει, ανοίγει λάκκωμα άπατο, και ό,τι τύχει κοντά το κάνει βήσαλο. Και φεύγει το φεγγάρι από εκείνο το ίδιο λάκκωμα, κι από την τρούπα π’ ανοίγει στην άλλη μεριά της γης ανεβαίνει στον ουρανό. Άλλες φορές πάλι το κατεβάζει το φεγγάρι η μάγισσα με τη μαγική πίτα. Του φτιάχνει την πίτα, κατεβαίνει το φεγγάρι να τη φάγει, κι εκεί το τσακώνει. Γι αυτό καμιά φορά οι γριές, όταν δεν ιδούν να βγει το φεγγάρι στον ουρανό, λεν: «Του φιγγάρ’ ακόμη δεν ηβγήκι- ή μη καμνιά μάγισσα του κατέβασι κάτου; Στάχτη στου στόμα μ’!».
ΑΡΑΧΟΒΑ ΛΕΒΑΔΕΙΑΣ
Ερμηνευτικά σχόλια
Ο ήλιος και η σελήνη είναι δύο στοιχεία που απασχόλησαν πολύ έντονα παγκοσμίως τη μυθολογία, ακριβώς λόγω της επιβλητικής και μυστηριώδους φύσης τους. Ο φόβος και το δέος των ανθρώπων απέναντι στην ανεξήγητη φύση αυτών των ουράνιων σωμάτων δημιούργησε ένα πλήθος λαϊκών ιστοριών.
Πιο συγκεκριμένα στην Αράχωβα οι κακές μάγισσες για να κάνουν το θέλημά τους, διέταζαν το φεγγάρι να κατέβει απ’ τον ουρανό στη γη. Κι όταν το φεγγάρι δεν ήθελε, το κατέβαζαν με τη βία. Στα παλιότερα χρόνια όμως, όταν έπιανε κρύο και κάποια μάγισσα είχε κατεβάσει το φεγγάρι στη γη, το τυραννούσε τόσο, ώστε αυτό μούγκριζε, και όποιος άκουγε το θόρυβο αυτό, μπορούσε να πάθει μεγάλο κακό (τύφλωση, κώφωση κλπ).
Ακόμη κι όταν προσκαλούσαν το φεγγάρι να κατεβεί στη γη, αυτό κατέβαινε τόσο θυμωμένο, ώστε άνοιγε μια πολύ βαθιά τρύπα που διαπερνούσε τη γη, κάνοντάς τα βύσσαλο (καταστροφή) «ως λέγει ο λαός της ομηρικής Ανεμώρειας τουτέστι της σλαυϊκής ‘Ράχοβας…» αναφέρει ο Πολίτης στη “Μελέτη του βίου των νεοτέρων Ελλήνων”, και ξανανέβαινε το φεγγάρι απ’ την πίσω πλευρά της γης στον ουρανό. Άλλες πάλι φορές, η μάγισσα έφτιαχνε μια μαγική πίτα στο φεγγάρι, ώστε να κατέβει στη γη. Τ
Αναφέρει ο Πολίτης, (εφημερίδα ΝΕΑ ΕΛΛΑΣ, 1874):« …Το Φεγγάρι έχει στόμα μέγιστον, τρώγει άδην ως ο ήλιος, δειπνάει, κοιμάται, εγείρεται, εργάζεται, αισθάνεται, οργίζεται, ομιλεί κτλ, ταύτα πάντα δεν είναι χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του; Σημειωτέον δε ότι, ενώ μόνον ο Ήλιος την μεσημβρίαν έχει σχέση προς τους διαβόλους, το Φεγγάρι έχει σχεδόν πάντοτε, δια τούτο και τα δαιμονικά πνεύματα πάντα. (Διαβόλοι, εξωτικά, πονηρά πνεύματα, τρισκατάρατοι, οι οξ αποδώ). Στοιχειά, Νεράιδες, Ζούμπυρα, Φαντάσματα, Σκιά, Λάμνιες, Βουρδόλακες, Λαβώματα, Αέρηδες, (αγεράκι, αγέρι, διαβολάνεμος) κ.τ.τ. φαίνονται μεν και άλλοτε και εν θυελλώδεις νυκτί, αλλ΄ουχ ήττον συχνάκις υπό το φέγγος πλησιφαούς Σελήνης (ς’ το καλό Φεγγάρι). ‘Σ το καλό Φεγγάρι ως επί το πολύ αι Νεράιδες κωμάζουσι τραγουδούσαι υπό τα διάφορα μουσικά όργανα (λαλούμενα), όπως πολλάκις κατά την προς τας πηγάς του Πλειστού ποταμού της Ανεμωρείας βαθείαν κοίτην (η Τούμπρη) ηκούσθησαν τα λιγυρώτατα άσματα των Νεράιδων ΄ς το καλό Φεγγάρι τελούσι τους εαυτών γάμους οι Διαβόλοι κτλ».
Γι αυτό αναρωτιούνταν οι Αραχωβίτες για το φεγγάρι: Ή δε βγήκε ή κάποια μάγισσα το κατέβασε κάτω. « εό Φεγγάρι ακόμα δεν εβγήκε-δεν εφάνη- δεν πετάχτη- δεν ανέβ’κη- κτλ ή μη καμμνιά μάγισσα το κατέβασε κάτου; στάχτη ‘ς το στόμα μου!».
