Η χιονόπτωση στον οικισμό της Αράχωβας συνιστά φαινόμενο αυξημένης μετεωρολογικής πολυπλοκότητας, το οποίο απορρέει από τη λεπτή και συχνά ασταθή ισορροπία μεταξύ θερμοδυναμικών, δυναμικών και ορογραφικών διεργασιών που διέπουν τη χειμερινή κυκλοφορία στην Κεντρική Στερεά Ελλάδα. Παρά το υψόμετρο του οικισμού, (μεσοσταθμικά 950μ) η μορφή του υετού δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το ψύχος, αλλά από τη δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ ψυχρής εισβολής, υετικού μηχανισμού και ορογραφίας του Παρνασσού. Η θέση της Αράχωβας στη νότια–νοτιοανατολική πλευρά του ορεινού όγκου την καθιστά ιδιαίτερα ευαίσθητη στη διεύθυνση της ροής και, κυρίως, στον χρονισμό των φαινομένων και του ψύχους.
Η ψυχρή εισβολή εγκαθίσταται συνήθως μέσω ηπειρωτικής μεταφοράς από βόρειες έως βορειοανατολικές διευθύνσεις και επηρεάζει τα χαμηλά και μεσαία στρώματα της τροπόσφαιρας. Η ένταση της ψυχρής εισβολής αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για τη χιονόπτωση. Ασθενείς ψυχρές εισβολές χαρακτηρίζονται από περιορισμένο πάχος ψυχρής αέριας μάζας και ανεπαρκή καθοδική μετατόπιση της στάθμης παγοποίησης, με αποτέλεσμα η Αράχωβα να δέχεται βροχή ή, το πολύ, παροδικό χιονόνερο. Μέτριας έντασης ψυχρές εισβολές δημιουργούν οριακές θερμοδυναμικές συνθήκες, όπου η χιονόπτωση είναι δυνατή μόνο εφόσον συνυπάρξει έντονος υετός και ευνοϊκός χρονισμός. Ισχυρές ψυχρές εισβολές, με μεγάλο βάθος και διάρκεια, αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα χιονόπτωσης στον οικισμό, καθώς εξασφαλίζουν επαρκές πάχος ψυχρής στρώσης, ώστε η χιονόπτωση να διατηρηθεί μέχρι το έδαφος.
Ωστόσο, η ψυχρή εισβολή από μόνη της δεν επαρκεί. Σε πολλές περιπτώσεις, το ψύχος εγκαθίσταται χωρίς να συνοδεύεται από κατακρημνίσεις, λόγω απουσίας μηχανισμού κατακόρυφης ανύψωσης. Ο μηχανισμός αυτός παρέχεται κυρίως από βαρομετρικά χαμηλά που οργανώνονται στο Ιόνιο Πέλαγος. Το χαμηλό δρα ως γεννήτρια ανοδικών κινήσεων και υετικής δραστηριότητας, μεταφέροντας εκτεταμένα πεδία κατακρημνίσεων προς την Κεντρική Στερεά Ελλάδα. Η χιονόπτωση στην Αράχωβα καθίσταται δυνατή, όταν ο κύριος υετικός μηχανισμός συμπέσει χρονικά με την παρουσία του ψυχρού θερμοδυναμικού υποβάθρου.
Ως χρονισμός υετού με ψύχος ορίζεται η χρονική σύμπτωση της μέγιστης υετικής δραστηριότητας με την ήδη εγκατεστημένη ψυχρή θερμοδυναμική δομή της ατμόσφαιρας στα χαμηλά και μεσαία στρώματα. Η σύμπτωση αυτή είναι κρίσιμη, διότι μόνο τότε ο υετός εκδηλώνεται μέσα σε ατμοσφαιρική στήλη επαρκώς ψυχρή, ώστε να διατηρηθεί η χιονόπτωση μέχρι το έδαφος. Αν ο κύριος υετικός πυρήνας προηγηθεί της ψυχρής εισβολής, η κατακρήμνιση εκδηλώνεται ως βροχή, ενώ, αν ακολουθήσει μετά την πλήρη επικράτηση βόρειας–βορειοανατολικής κυκλοφορίας, σε όλες τις ατμοσφαιρικές στάθμες, τα φαινόμενα εξασθενούν ή παύουν, λόγω επικράτησης καθοδικών κινήσεων. Συνεπώς, ο χρονισμός υετού με ψύχος αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα μετατροπής της βροχόπτωσης σε χιονόπτωση σε οριακές θερμοδυναμικές συνθήκες.
.Κατά τη φάση αυτή, η ροή στα ανώτερα στρώματα της τροπόσφαιρας διατηρεί νότια ή νοτιοδυτικά χαρακτηριστικά, λειτουργώντας ως μηχανισμός μεταφοράς θερμότερων και υγρότερων αερίων μαζών προς την περιοχή, γεγονός που ευνοεί την ανάπτυξη ανοδικών κινήσεων και την εκδήλωση αξιόλογης υετικής δραστηριότητας. Αντίθετα στα κατώτερα και μεσαία στρώματα της τροπόσφαιρας επικρατεί βόρεια έως βορειοανατολική ροή, η οποία μεταφέρει ψυχρότερες και ξηρότερες αέριες μάζες,
Η ένταση και η έκταση των φαινομένων που συνοδεύουν ένα βαρομετρικό χαμηλό, εξαρτώνται κυρίως από τα ποιοτικά του χαρακτηριστικά, όπως το βάθος και ο ρυθμός εμβάθυνσης, η κατακόρυφη οργάνωση του συστήματος, η ταχύτητα μετακίνησης και η δυνατότητα συνεχούς τροφοδότησης με υγρασία. Βαθιά, αργά κινούμενα και καλά οργανωμένα χαμηλά ευνοούν παρατεταμένα και ισχυρά φαινόμενα, ενώ ρηχά ή ταχέως κινούμενα χαμηλά συνοδεύονται συνήθως από περιορισμένης έντασης υετό.
Αντίθετα, όταν το βαρομετρικό χαμηλό μετατοπιστεί ανατολικά ή βορειοανατολικά της περιοχής της Αράχωβας, εγκαθίσταται βόρειο έως βορειοανατολικό ρεύμα σε όλο το κατακόρυφο προφίλ της τροπόσφαιρας. Σε αυτή τη φάση, η Αράχωβα εισέρχεται σε πλήρες υπήνεμο πεδίο ως προς τον Παρνασσό, ουσιαστικά δηλαδή ο Παρνασσός λειτουργεί ως τοίχος στη διέλευση της ΒΑ ροής στην Αράχωβα. Οι καταβατικές κινήσεις που αναπτύσσονται, οδηγούν σε αδιαβατική θέρμανση και ξήρανση της αέριας μάζας, με αποτέλεσμα τη δημιουργία σκιάς κατακρημνίσεων και την ταχεία εξασθένηση ή παύση των φαινομένων, ακόμη και αν το ψύχος εντείνεται. Το φαινόμενο αυτό εξηγεί, γιατί πολλές φορές, μετά από ισχυρή βροχόπτωση ή οριακή χιονόπτωση, ακολουθεί καθαρά ψυχρός αλλά ξηρός καιρός στην Αράχωβα.
Συνοψίζοντας, στην Αράχωβα επικρατεί χιονόπτωση, όταν συνυπάρχουν:
(α) Μέτρια έως ισχυρή ψυχρή εισβολή με επαρκές βάθος.
(β) Ενεργός υετικός μηχανισμός, από βαρομετρικό χαμηλό στο Ιόνιο.
(γ) Χρονική σύμπτωση των φαινομένων πριν την εγκατάσταση πλήρους υπήνεμου πεδίου. Το υπήνεμο πεδίο αναπτύσσεται με την κίνηση του χαμηλού ανατολικά του Παρνασσού, και άρα την αποκατάσταση Β-ΒΑ ρεύματος σε όλες τις ατμοσφαιρικές στάθμες που σημαίνει την παύση των φαινομένων.
Σε περίπτωση απουσίας οποιουδήποτε από τα παραπάνω στοιχεία, η Αράχωβα είτε εκδηλώνει υγρό υετό (βροχή), είτε παραμένει υπό την επίδραση ψυχρής, αέριας μάζας χωρίς αξιόλογη υετική δραστηριότητα. Η λεπτή αυτή ισορροπία καθιστά τη χιονόπτωση στην περιοχή ιδιάζουσα, αλλά πλήρως ερμηνεύσιμη βάσει της φυσικής της ατμόσφαιρας. Αντιθέτως, όταν τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά συνυπάρχουν χρονικά και χωρικά, η Αράχωβα μπορεί να δεχθεί γενικευμένες, και κατά τόπους, έντονες χιονοπτώσεις.
