Κατά τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρούνται έντονα φαινόμενα ξήρανσης των δέντρων στα δάση της ελάτης σε όλη την Ελλάδα, και ιδιαίτερα της νότιας χώρας. Το φαινόμενο της ξήρανσης της ελάτης παρατηρήθηκε αρχικά κατά τα έτη 1962-1965 στα δάση της Πάρνηθας, της Βυτίνας, του Φουρνά και της Καβάλας. Επίσης σημαντικές νεκρώσεις δένδρων ελάτης παρατηρήθηκαν το έτος 1977 σε πολλά ελατοδάση της Στερεάς Ελλάδας, ενώ την περίοδο 1985-1989 τα φαινόμενο έλαβε σημαντικές διαστάσεις στην Πελοπόννησο και ιδιαίτερα στην περιοχή του Μαινάλου. Το 1989 το φαινόμενο είχε λάβει μορφή επιδημίας σχεδόν σε όλα τα ελατοδάση της Ελλάδας, με αποτέλεσμα να εφαρμοστούν έκτακτα μέτρα.
Η ξήρανση της ελάτης αφορά στη μαζική εξασθένηση και τον θάνατο δέντρων ελάτης, κυρίως του είδους Abies cephalonica (κεφαλληνιακή ελάτη), με εμφανή συμπτώματα το κοκκίνισμα της άκρης των κλαδιών που συνήθως ξεκινά από την κορυφή του δένδρου, ενώ επεκτείνεται στην ξήρανση του κορμού, την πτώση των βελόνων, τη ρητίνωση του κορμού και εν τέλει την προσβολή από φλοιοφάγα έντομα. Πολλές φορές στην αρχή εμφανίζεται κάποιος κλώνος νεκρός στο μέσο κυρίως της κόμης κι ακολουθεί εκροή ρητίνης από διάφορα σημεία του κορμού. Στη συνέχεια και σε λίγο χρονικό διάστημα, που κυμαίνεται από μία εβδομάδα έως δύο μήνες, ξηραίνεται όλο το δένδρο (Κολοφούσης 1991). Έτσι η ξήρανση των ελάτων εμφανίζεται απότομα, αλλά πολλές φορές είναι βαθμιαία. Όταν το φαινόμενο λαμβάνει μεγάλες διαστάσεις, η λήψη διαχειριστικών μέτρων θεωρείται αναγκαία, προκειμένου να μην επεκταθεί η ξήρανση και καταστρέψει ολόκληρες συστάδες του δάσους.
Από βιολογική άποψη, κατά τη διαδικασία ξήρανσης των δένδρων της ελάτης, παρατηρείται μια γενική μείωση της ζωτικότητας του δένδρου, η οποία στη συνέχεια οδηγεί στην ξήρανσή του. Το φαινόμενο της ξήρανσης αποδόθηκε σε συνδυασμό ξηρασίας και δευτερογενών προσβολών από έντομα (Markalas 1992, Μπρόφας και Οικονομίδου 1991), αλλά και σε φαινόμενα προσβολών των ριζών από μύκητες. Η παρατεταμένη ξηρασία των τελευταίων δεκαετιών είχε ως αποτέλεσμα, ορισμένα άτομα ελάτης να εμφανίζουν μειωμένη αντίσταση σε δευτερογενείς προσβολές, από έντομα κι άλλες απειλές. Έτσι η παρατεταμένη ανομβρία των προηγούμενων ετών, φαίνεται να συμβάλλει στη μείωση της ζωτικότητας των δένδρων, τα οποία καθίστανται ευαίσθητα σε δευτερογενείς προσβολές.
Ο Μπαζίγος (1991) αναφέρει για την Πελοπόννησο ότι τα συμπτώματα της προσβολής και της ξήρανσης των δένδρων της ελάτης ήταν εντονότερα στα χαμηλότερα υψόμετρα κι η πορεία της προσβολής ήταν από Νότο προς Βορά. Ο Διαμαντής (1991) εξετάζοντας και αναλύοντας βροχομετρικές παρατηρήσεις, αναφέρει ότι υπάρχει σημαντική συσχέτιση της, καθ’ ύψος, αύξησης των ελατοδένδρων που νεκρώθηκαν, με τη βροχόπτωση του πρώτου 4μήνου της αυξητικής περιόδου Απριλίου-Ιουλίου του τρέχοντος και του προηγούμενου της ξήρανσης έτους. Για την καταστολή του φαινομένου ο Σκαρμούτσος (1991) προτείνει μόνο την υλοτομία και την απομάκρυνση των νεκρών και νεκρούμενων δένδρων, ενέργεια που εφάρμοσε το Υπουργείο Γεωργίας σε ορισμένες περιπτώσεις, υλοτομώντας τα ασθενή δέντρα κι απομακρύνοντας τη ξυλώδη μάζα για να διαφυλαχθούν τα υπόλοιπα.
Ο Παπαδόπουλος (2002) μετά από έρευνα που πραγματοποίησε με τη διενέργεια ερωτηματολογίων αναφέρει ότι το εύρος των μέσων υψομέτρων των ελατοδασών, στα οποία παρατηρήθηκε το φαινόμενο της ξήρανσης, ήταν από 830 μέτρα μέχρι 1460 μέτρα (300 μ. ελάχιστο και 2295 μ. μέγιστο). Αναφέρει επίσης ότι το φαινόμενο αυτό, κατά τη διάρκεια της 12ετίας (1987-1998) παρατηρήθηκε σε μεγαλύτερο ποσοστό, κατά το έτος 1989 (στο 72,3% των Δασαρχείων της Χώρας που έχουν ελατοδάση), ενώ φαίνεται να εξελίσσεται με πτωτική τάση τα τελευταία χρόνια, με την παρουσίαση μεμονωμένων ξηράνσεων δένδρων στο 1/3 των Δασαρχείων. Από τα μέχρι σήμερα δεδομένα φαίνεται ότι το φαινόμενο της ξήρανσης των ελατοδασών οφείλεται κυρίως σε κλιματικούς παράγοντες, σε συνδυασμό με δευτερογενείς προσβολές φλοιοφάγων εντόμων, αλλά πιθανόν και σε άλλους ενδεχομένως παράγοντες.
Για την περιοχή του Παρνασσού γίνονται αναφορές για ξηράνσεις από διάφορους ερευνητές, ενώ συγκεκριμένες πληροφορίες για την περιοχή δίνονται σε παλαιότερη έρευνα που έλαβε χώρα στην περιοχή από τους Μπρόφα και Οικονομίδου (1991). Σύμφωνα με την έρευνα που πραγματοποίησαν στην περιοχή του Παρνασσού (στα ελατοδάση του Παρνασσού) η ξήρανση εμφανίστηκε στα ξηρότερα και θερμότερα έτη και σε έντονο βαθμό (10-40%) μόνο σε αβαθή εδάφη και βραχώδεις επιφάνειες. Έντονη ξήρανση εμφανίστηκε κυρίως στις ΝΑ, Ν και ΝΔ πλαγιές του Παρνασσού. Επίσης περισσότερο επηρεάζονται τα γηραιά άτομα ελάτης. Το κυριότερο συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι η ξήρανση των ελατοδένδρων είναι έντονα συνδεδεμένη με την εμφάνιση δυσμενών κλιματεδαφικών συνθηκών (Μπρόφας και Οικονομίδου 1991, Brofas and Economidou 1994). Συμπληρωματικά δε, προσβάλλονται νεαρά άτομα ηλικίας 2-10 ετών, τα οποία μπορεί να βρίσκονται και κάτω από την κομοστέγη των προσβεβλημένων δένδρων (Ξενόπουλος 1991).
Όσον αφορά στην ξήρανση των ελάτων στη διάρκεια της φετινής άνοιξης, σύμφωνα με τη σχετική έκθεση από το «Ινστιτούτο Δασικών Ερευνών ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ», η ξήρανση οφείλεται σε συνδυασμό παραγόντων, κυρίως στην αύξηση πληθυσμών ξυλοφάγων και φλοιοφάγων εντόμων, οι οποίοι ευνοούνται από τις δυσμενείς περιβαλλοντικές συνθήκες των τελευταίων ετών. Επιπρόσθετα, η παρατεταμένη ξηρασία, οι υψηλές θερμοκρασίες και η έλλειψη βροχοπτώσεων, έχουν επιδεινώσει τη φυσιολογία των δένδρων, καθιστώντας τα, πιο ευάλωτα στην επίθεση εντόμων.
Η λύση που προτείνεται από τους επιστήμονες είναι η έγκαιρη υλοτόμηση και απομάκρυνση των νεκρών και προσβεβλημένων δένδρων, ιδίως από το φθινόπωρο έως την άνοιξη, όταν τα έντομα βρίσκονται κάτω από το φλοιό και εντός του ξύλου. Σε περιπτώσεις δυσκολίας πρόσβασης, προτείνεται η απομάκρυνση του φλοιού των προσβεβλημένων δένδρων, ώστε να επιτευχθεί η καταπολέμηση των εντόμων μέσω εξωγενών παραγόντων.
Το Δασαρχείο, ως αρμόδιος φορέας διαχείρισης και προστασίας των δασικών οικοσυστημάτων, μπορεί και οφείλει να λάβει ένα σύνολο άμεσων και μακροπρόθεσμων μέτρων για την αντιμετώπιση της ξήρανσης της ελάτης.
1. Καταγραφή και χαρτογράφηση του προβλήματος
- Χρήση δορυφορικών εικόνων ή drone για χαρτογράφηση των ξερών/εξασθενημένων δέντρων.
- Δημιουργία βάσης δεδομένων με τα σημεία όπου παρατηρείται έντονη ξήρανση.
2. Επιτόπιοι Έλεγχοι – Δασοκομική Επιτήρηση
- Ομάδες επιθεώρησης για αναγνώριση συμπτωμάτων (κιτρίνισμα, ρητίνωση, κ.λπ.).
- Καταγραφή προσβολών από έντομα ή μύκητες.
- Αξιολόγηση κινδύνου για πυρκαγιά, λόγω ύπαρξης ξερών δέντρων.
3. Αφαίρεση Νεκρών ή Ετοιμόρροπων Δέντρων
- Ελεγχόμενη υλοτομία ξερών δέντρων για μείωση του κινδύνου μετάδοσης προσβολών.
- Αφαίρεση νεκρής βιομάζας (καθαρισμοί δασών).
4. Ενημέρωση Τοπικών Κοινοτήτων
- Προειδοποιήσεις για αυξημένο κίνδυνο πυρκαγιάς.
- Ενημέρωση πολιτών, αγροτών και δασικών συνεταιρισμών.
Δασοκομικά Μέτρα (μεσοπρόθεσμα)
5. Αραίωση Δασών (Δασοτεχνικά Έργα)
- Μείωση της πυκνότητας για να περιοριστεί ο ανταγωνισμός για νερό και φως.
- Βελτίωση της υγείας των υπολοίπων δέντρων.
6. Προστασία & Εμπλουτισμός της Φυσικής Αναγέννησης
- Προστασία νεαρών φυταρίων από βόσκηση ή ξήρανση.
- Φύτευση ανθεκτικότερων ποικιλιών ή μείγματος ειδών (π.χ. μικτές φυτεύσεις).
7. Καταπολέμηση Βιοτικών Εχθρών
- Χρήση φερομονικών παγίδων για έντομα.
- Έλεγχος παρουσίας παθογόνων μυκήτων.
- Εφαρμογή βιολογικών ή μηχανικών μεθόδων αντιμετώπισης.
Β. Διαχείριση με Βάση την Κλιματική Προσαρμογή
- Σχεδιασμός αναδασώσεων με βάση μελλοντικά σενάρια κλιματικής αλλαγής.
- Επιλογή ενδημικών, ανθεκτικών ή ετερογενών ειδών δέντρων.
2. Επιστημονική Συνεργασία
- Συνεργασία με ερευνητικά ιδρύματα (π.χ. ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, Πανεπιστήμια).
- Προγράμματα παρακολούθησης οικολογικών δεικτών (climate monitoring plots).
3. Αξιοποίηση Χρηματοδοτικών Εργαλείων
- Πρόσβαση σε ευρωπαϊκά κονδύλια (LIFE, ΕΣΠΑ, LEADER).
- Σχέδια αντιπυρικής και δασικής προστασίας με χρηματοδότηση Ε.Ε.
———————————————————————————————————————-
Τέλος, προτείνουμε την άμεση σύσταση Ειδικού Συντονιστικού Φορέα, υπό την αιγίδα του Δήμου, με τη συμμετοχή όλων των τοπικών Συλλόγων, Οργανώσεων κι ενδιαφερομένων μελών. Ο Φορέας αυτός θα έχει ως βασικό στόχο το γενικό συντονισμό δράσεων, παρεμβάσεων και προτάσεων για την αντιμετώπιση της ξήρανσης της ελάτης και τη διαχείριση των δασών της περιοχής. Η λειτουργία του θα πραγματοποιείται σε στενή συνεργασία με τις αρμόδιες Δασικές Αρχές, όπως είναι τα τοπικά Δασαρχεία, οι Διευθύνσεις Δασών και η Αποκεντρωμένη Διοίκηση, ώστε να εξασφαλιστεί η επιστημονική εγκυρότητα, η νομιμότητα και η αποτελεσματικότητα των μέτρων.
Ο Ειδικός Φορέας θα μπορεί να αναλάβει, μεταξύ άλλων:
- Την παρακολούθηση και καταγραφή του προβλήματος.
- Το συντονισμό εθελοντικών και εκπαιδευτικών δράσεων.
- Την υποβολή προτάσεων σε κρατικούς και ευρωπαϊκούς φορείς χρηματοδότησης.
- Τη σύνδεση της τοπικής κοινωνίας με τις αρμόδιες αρχές και την επιστημονική κοινότητα.
- Την ευαισθητοποίηση και ενημέρωση των πολιτών.
Ο ρόλος του Δήμου είναι κρίσιμος, καθώς μπορεί να προσφέρει διοικητική υποστήριξη, νομική υπόσταση και δημόσια προβολή στις ενέργειες του Φορέα.
Οι στιγμές απαιτούν υπευθυνότητα και συλλογική δράση. Το φαινόμενο της ξήρανσης της ελάτης δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποσπασματικές ενέργειες, αλλά με ενιαία στρατηγική και συμμετοχή όλων των φορέων.
Ενδεικτική βιβλιογραφία:
- Έρευνα σχετικά με την ξήρανση της ελάτης στην περιοχή του Παρνασσού, ΑΠΘ 2012, Φορέας Δχσης Εθνικού Δρυμού Παρνασσού.
- Συσταδικοί τύποι και συνθήκες της φυσικής αναγέννησης της ελάτης, στο όρος Παρνασσός, ΑΠΘ 2021, Ευδοξία Σύρμπα, διδακτορική διατριβή.
- Αναπτυξιακές δραστηριότητες, οικοσύστημα και περιβάλλον στην περιοχή του ορεινού όγκου Παρνασσού, ΤΕΕ, 2004.
- Έρευνα της δομής και της κατάστασης υγείας των δασών ελάτης του Εθνικού Δρυμού Παρνασσού, ΑΠΘ 2013, Νικόλαος Συμεωνίδης.
- Τα δάση της ελάτης στην περιοχή του Παρνασσού και οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν, Πέτρος Γκανάτσος, ΑΠΘ.
