Ο Κατεβατός κι ο Νότος, μέσα από τον πρωτότυπο μύθο του Ν. Πολίτη

« Ο Κατεβατός, ο δυνατότερος απ΄όλους τους καιρούς, εβγήκε μια φορά κι εκαυχήθηκε μπροστά στους άλλους καιρούς, το Σορόκο, το Λίβα, το Νότο και το Μέγα, πως σαν το κρουσταλλένιο παλάτι του δεν βρισκόταν άλλο καλύτερο σ’ όλον τον κόσμο, πως ήταν ωραιότερο και από το παλάτι του ήλιου, και πως σαν είναι ταμπουρωμένος μέσα σ’ αυτό, δεν φοβάται κανέναν από τους ανέμους, γιατί και η θέση που το ΄χει χτισμένο είναι δυνατή.

Αυτό το παλάτι το είχε χτίσει μια φορά ο Κατεβατός στην κορφή της Λιάκουρας από θεόρατα κρούσταλλα και χαλάζι και χιόνια. Μα ήρθε ο Νότος και εφύσηξε σιγά σιγά κι απαλά, κι έλιωσε το παλάτι και δεν απόμεινε τίποτα απ΄αυτό, παρά μόνο τα δάκρυα του Κατεβατού, που έτρεχαν σαν ποτάμι».

 ΑΡΑΧΟΒΑ ΤΗΣ ΛΕΒΑΔΕΙΑΣ

Σημειώσεις Ν. Πολίτη

Κατά τον Γ. Κρέμον ένθ. αν, εξ ου παρέλαβον εις τους ΔΜΜ σ. 25-26. Η εικών της τήξεως των κρυστάλλων και κατανικήσεως του Κατεβατού υπό της μαλακής πνοής του Νότου είναι βεβαίως εκ της φύσεως ειλημμένη αλλ’ η παράστασης του φαινομένου τούτου ως αποτελέσματος έριδος του Κατεβατου προς τους άλλους ανέμους υπενθυμίζει τον αρχαίον μύθον περί της έριδος του Βορρά και του “Ηλίου1).Του μύθου τούτου γνωστού και εις τον καθ’ ημάς λαόν έδημοσίευσα μίαν παραλλαγήν εξ ‘ Αραχώβης της Λεβαδείας εις τους ΔΜΜ. σ. 36, δεν κρίνω δ’ άσκοπον να παραθέσω και ετέραν ώδε εκ Λειβησίου της Λυκίας ( κατ ‘ ανακοίνωσιν Μ. Μουσαίου ), ένεκα του γλωσσικού ιδιώματος.

Παραμύθιν τού Νήλιου και του Βουριά

Μιάν βουλάν η Βουριάς που φυσά δυνατός κι κουτουρτισμένος κι χινιστός, που μαργώνει τους κόσμους, έκαμιν κουτουράδαν κ’ είπαν εις τους νήλιουν. « Iσύ δεν είσαι δυνατός χαν κ’ εμέναν· χαν φυσού ιβώ ταράσσουν τους κόσμουν, κι σουντρουμάσου τουν άμ’ εσύ είσαι μαλάκους κ’ έν αμπουράς να ταράξης τους κόσμουν » . Ο νήλιους, πού νιν λαμπρουφουτιρός κι γλυκύς, ηγέλασιν εις τ ‘ άρσιζλίκιν του βουριά, κ’ είπιν του. « Ελα να δικιαμάσουμουν την δύναμιν μας εις τουννάν τoυν γιoλτζήν, που πιρνα κι πάει · αν αμπουρέσης κι πάρης τουν την καππανέκαν του ». Έτυχιν κ’ ήπέραννιν ένας άθρωπους εκείνην την ιστιγμήν απού μπρουστά τους.

Η βουριάς ήδέχτην του κουντρέστουν μετά χαράς, γιατί ηστιμάριννιν πως θ’ αμπουρέση να πάρη για μιάς του πιράτη την καππανέκαν, κι χαμίτα αρχίνησιν να φυσά με βούλην του την δύναμιν, μι βούλην του την φόρσαν, κι μι βούλην του την κυργιάδας ‘Αμ’ έν αμπούρεσιν να κάμη τίποτα, γιατί ή άθρωπους ώς που ήφύσινιν ή βουριάς ήμάργωννιν, κ ‘ έσβιγγιν την καππανέκαν του. Τέλος πάντω θέλοντας και μη θέλοντας η βουριάς αναγκάσθην να ‘ πη τουν ολόρτιμούν τoυ τoυν λόουν, κ’ είπιν τούν νήλιουν : « άμι κι συ του κάαμάν σου ». Τότι χαμέν ή νήλιους ήκόππασιν τοις αχτένις του, κι βούλους ή κόσμους αρχίνησιν να γιλά
κι ν’ αννοίη η καρτιά του . Η πιράτης έν ήπέρασαν πουλλυς κιρός, κ’ έβρασιν η ράχη του, κ’ ηγύρευγαν νήσκιουν να κάτση για να φυλαχθή απ’ του νήλιου την έβράστην, κ’ έβγαλιν κ’ έρρηξιν άουπάνου του βόχι μόνoυν την καππανέκαν, άλλα κι του γελέκιν του, κι’ από μειναν μόνoυν μι του πουκάμισουν. Η βουριάς τότι θέλοντας κι μη θέλοντας έκαμιν ικράριν, κ’ ήμουλόησιν την αδυναμίας του κ’ είπαν: « Ππέστ ολοούν ‘ς του νήλιου την έβράστην!». Του νόημα του παραμυθιού είνιν , ότι πώς η άθρωπους με την άπουμουνών κι με την ιγλυκειάν την γλώσσαν αμπουρά κι κάμνει εκείνου, που εν αμπουρά να κάμη με την φόρσαν κι με το ζόριν.

——————————

1) Αίσωπ. μύθ . 83. 89b Halm Γαβρ. 18. Βλ. και τους αρχαίους συγγραφείς , εις ούς παραπέμπει ο εκδότης του Βαβρίου Crusius.