Ο υετός στη Στερεά Ελλάδα (εργασία)

Η Μετεωρολογία και η Κλιματολογία είναι αδελφές επιστήμες,που γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη τα τελευταία 100 χρόνια.Η Μετεωρολογία εξετάζει τον καιρό, δηλαδή δίνει την κατάσταση της ατμόσφαιρας υπεράνω μιας περιοχής σε ορισμένη χρονική στιγμή ή βραχεία χρονική περίοδο, με τη βοήθεια των καθημερινών παρατηρήσεων από ένα μεγάλο αριθμό μετεωρολογικών σταθμών διανεμημένων κατάλληλα στην επιφάνεια και καθ’ ύψος της υπόψη περιοχής (δίκτυο σταθμών). Η Κλιματολογία όμως εξετάζοντας τα κλιματικά δεδομένα (μακροχρόνιες παρατηρήσεις μετεωρολογικών στοιχείων 30 και πλέον ετών) μιας περιοχής, μπορεί να βγάλει συμπεράσματα για το πώς αναμένεται ότι θα εξελιχθεί ο καιρός στο προσεχές ή και το απώτερο μέλλον στην υπό εξέταση περιοχή.

Η διατριβή αυτή εξετάζει ένα από τα βασικότερα κλιματικά στοιχεία, τον υ ε τ ό. Με τον όρο “υετός” θεωρούνται όλα τα στερεά και υγρά υδατώδη ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα. Ο υετός μαζί με τη θερμοκρασία αποτελεί τη βάση των περισσότερων κλιματικών ταξινομήσεων, γιατί είναι από τα σημαντικότερα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το κλίμα μιας περιοχής. Εκτός όμως από τη θεωρητική αξία της μελέτης του υετοΰ, εξίσου σπουδαία είναι και η πρακτική, που βοηθεί έμμεσα την οικονομική ανάπτυξη μιας περιοχής.

Η σημασία της μελέτης του υετού έχει επισημανθεί από πολλούς ερευνητές τόσο στην Ελλάδα, όσο και διεθνώς. Στη χώρα μας έχει μελετηθεί είτε στα πλαίσια cou κλίματος της Ελλάδας, είτε σε συγκεκριμένες περιοχές με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ή και σε σχέση με άλλους κλιματικούς παράγοντες. Προσφάτως ολοκληρώθηκε η μελέτη των βροχομετρικών στοιχείων στη Θεσσαλία και την Ήπειρο, και με την παρούσα μελέτη του υετού στη Στερεά, συμπληρώνεται η έρευνα επί του θέματος αυτού σ’ ένα μεγάλο τμήμα του ηπειρωτικού κορμού της Ελλάδας.

Μέχρι τώρα στη Στερεά Ελλάδα έχει μελετηθεί μόνο αποσπασματικά, είτε στα πλαίσια του κλίματος ενός νομού (ΜΠΟΥΡΑΣ,1985), είτε ως μελέτη μιας μικρής περιοχής (ΖΑΜΠΑΚΑΣ κ.ά. 1977). Η γεωμορφολογική ποικιλία και ο πολυσχιδής και πολύπλοκος οριζόντιος και κατακόρυφος διαμελισμός του ελλαδικού χώρου, δημιουργεί ενα μωσαϊκό κλιμάτων και ιδιομορφιών, που απαιτεί για τη λεπτομερή μελέτη των κλιματικών στοιχείων ένα πυκνό δίκτυο σταθμών με κοινή περίοδο λειτουργίας μεγάλης χρονικής διάρκειας για την εξαγωγή ικανοποιητικών κλιματικών συμπερασμάτων. Αυτό μπορούμε να πούμε ότι έγινε δυνατό μόνο μετά το 1960 (Κεφ. 3.1).

Έτσι, σύμφωνα με τα παραπάνω, για τη μελέτη του υετού στη Στερεά Ελλάδα λήφθηκαν υπόψη, μετά από επιλογή, 72 σταθμοί, με κοινή περίοδο λειτουργίας την 20ετία 1962-1981, που θεωρείται για το υπόψη στοιχείο αρκετή, για την εξαγωγή στατιστικά σημαντικών, κλιματικών συμπερασμάτων σε επίπεδο εμπιστοσύνης 95% (ΖΑΜΠΑΚΑΣ 1981, ΜΠΟΥΡΑΣ 1985, ΝΙΚΟΛΑΚΗΣ 1985, ΜΠΟΛΤΣΗΣ 1986). Η παρούσα διατριβή λοιπόν, πρωτοτυπεί με το να παρέχει αξιόλογες πληροφορίες και συμπεράσματα, και συμβάλει αποτελεσματικά σε οποιαδήποτε έρευνα και εφαρμογή που έχει σχέση με τον υετό στην περιοχή της Στερεάς Ελλάδας.