Ο μύθος του Κατεβατού

Ο μύθος του Κατεβατού

Η λαϊκή παράδοση της Αράχωβας έδωσε υπόσταση στον Κατεβατό, πλάθοντας το σχετικό μύθο, για τον ψυχρότερο και δυνατότερο απ’ όλους τους καιρούς.

Σύμφωνα με τις παραδόσεις των αραχωβιτών, ο Κατεβατός έχει το κρουσταλλένιο παλάτι του στη Λιάκουρα, την κορυφή του Παρνασσού.

Φέρνει το ισχυρό βουητό, τα χιόνια και τον πάγο, απ’ τις κορφές που υψώνονται πάνω απ’ τις πηγές του ποταμού Πλειστού, στη θέση «Μάνα», όπου βρίσκεται το υδραγωγείο της Αράχωβας.

Θεωρείται  «ο κράτιστος όλων των καιρών» που απομακρύνει τα σύννεφα των αντίθετων καιρών, πέρα απ’ το όρος Κίρφη και προς την πλευρά του Κορινθιακού. Είναι «ο ανεμωδέστατος και ξηραίνων δια του παγετού… ο παγώνων παν το επί της γης… καλούσιν αυτόν το φιο (=ο όφις) γενικότερα παν βίαιον πράγμα, πελώριον, φάγον…».

Η λέξη Κατεβατός (παράβλεπε καταιβάτης), πνέει απ’ τον Παρνασσό, και άρα λέει ο λαός «τα βουνά κατεβάζουν (ή χύνουν) τον αέρα», σύμφωνα με τον Ν. Πολίτη.

«Ο Κατεβατός (Καταιβάτης), είναι, ο από του Παρνασσού καταιγίζων άνεμος, προσωποποιείται δ’ υπό των περιοίκων ως επροσωποιούντο υπό των αρχαίων οι τοιούτοι άνεμοι, ως γίγαντες ή Τιτάνες θεωρούμενοι, οίον ο Βορέας εν Αρκαδία, ο Σκείρων εν Μεγαρίδι, ο Παγρεύς εν Κιλικία και Συρία».

Ο τοπικός θρύλος τον θέλει να παλεύει με τα στοιχειά της φύσης στην κορυφή της Λιάκουρας όπου βρίσκεται και το κρυσταλλένιο παλάτι του. Όταν έχουμε βαρυχειμωνιά με ισχυρό παγερό άνεμο, η αραχωβίτικη παράδοση πιστεύει πως στη Λιάκουρα, την υψηλότερη κορφή του Παρνασσού παλεύουν οι αέρηδες οπότε και σείεται, μουγκρίζει και σκεπάζεται με χιόνια η κορυφή του Παρνασσού και νικητής βγαίνει ο Κατεβατός, όπου αναπαύεται στο κρουσταλλένιο του παλάτι.

Η πίστη των Αραχωβιτών στην ύπαρξη του Κατεβατού, οδήγησε ένα καλόγερο (Iερόθεο) της Μονής Οσίου Λουκά να διαπιστώσει μόνος του το «πάλεμα» των στοιχείων της φύσης.

Αφού πήρε ξύλα, ψωμί και ό,τι άλλο χρειαζόταν, ξεκίνησε για τη Λιάκουρα. Όταν έφτασε, κλείστηκε μέσα στη σπηλιά και έζησε ως τα μισά του Μαρτίου, οπότε δεν άντεξε το φοβερό ψύχος και πριν πεθάνει έγραψε: «Είδα το πάλεμα στοιχειών, είδα και το παλάτι, κι άλλο δεν εφοβήθηκα σαν του Μαρτιού τ’ απόγειο».

Ακόμη ως τα σήμερα φαίνεται στη σπηλιά η καπνιά, από τη φωτιά του κακομοίρη του Γερόθεου».

Άλλωστε και το Μάρτιο, πολλές φορές στο διάβα του Κατεβατού στην Αράχωβα, κάνει παγερό κρύο.

Στα 1864 όταν επισκέφθηκαν κάποιοι περιηγητές, με τη βοήθεια των βοσκών, τη σπηλιά του Γεροθέου στον Παρνασσό, είδαν το εσωτερικό της κατάμαυρο απ’ τη φωτιά, χωρίς όμως να βρουν τους στίχους που είχε γράψει.

Ας δούμε το σχετικό μύθο για το απόγειο του Κατεβατού, όπως τον αναφέρει παραστατικά ο Ν. Πολίτης στο βιβλίο του: ” Παραδόσεις του Ελληνικού λαού”.

Το απόγειο του Κατεβατού

 «Ο Κατεβατός είναι γέρος με άσπρα μαλλιά και άγριος πολύ. Το χειμώνα παλεύει με τ’ άλλα στοιχειά στις κορυφές της Λιάκουρας. Όταν παλεύουν οι καιροί, η Λιάκουρα σείεται, μουγκρίζει, στενάζει και σκεπάζεται με χιόνια, γιατί δεν μπορεί να βαστάξει το θυμό των στοιχειών. Αλλά στο τέλος τούς νικά όλους ο Κατεβατός και κάθεται στο κρουσταλλένιο παλάτι του και αναπαύεται. Η ανάσα του είναι το τρομερό απόγειο, που κοκαλώνει της ανθρώπους και τα ζωντανά, ιδίως το Μάρτη.

Είναι τώρα καμιά εκατοστή χρόνια που ένας καλόγερος από τη Μονή του Οσίου Λουκά, τον έλεγαν Γερόθεο, επεθύμησε να ιδεί το παλάτι του Κατεβατού και το πάλεμα των στοιχειών και το φοβερό απόγειο. Πήρε μαζί του ψωμί και ξύλα και ό,τι άλλο εχρειαζόταν, και ανέβη στη Λιάκουρα το Νοέμπρη μήνα, και κλείστηκε σε μια σπηλιά, που είναι στην πλιο ψηλότερη κορφή του βουνού, στο Λυκέρι. Εκεί έζησε ως τα μισά του Μάρτη και είδε όσα ήθελε να ιδεί.

Αλλά αν και είχε ακόμη και ψωμί και ξύλα αρκετά, τόσο τον εφόβισαν η βουή των καιρών που επάλευαν και ο χτύπος και ο ποδοβολητός των, και οι βροντές και τ’ αστροπελέκια του ουρανού και το μούγκρισμα του Παρνασσού, που δεν του απόμεινε πλιο δύναμη, και ήρθε και το απόγειο του Μαρτιού και

τον καταμάρανε και ερούφηξε το αίμα του, ώστε είδε φανερά το Χάρο μπροστά του. Τότε έπιασε κι έγραψε σε μια μεριά της σπηλιάς:

 Είδα το πάλεμα στοιχειών, είδα και το παλάτι,

 κι άλλο δεν εφοβήθηκα σαν του Μαρτιού τ’ απόγειο

Ακόμη ως τα σήμερα φαίνεται στη σπηλιά η καπνιά, από τη φωτιά του κακομοίρη του Γερόθεου».

ΑΡΑΧΟΒΑ ΤΗΣ ΛΕΒΑΔΕΙΑΣ

αραχοβαδμίν

αραχοβαδμίν