Στον Παρνασσό, το λεγόμενο «χιόνι της Ασπροκώλας» δεν αποτελεί απλώς μια λαϊκή ονομασία του μαγιάτικου χιονιού, αλλά μια εμπειρική καταγραφή της σχέσης ανάμεσα στις καιρικές μεταβολές και τη συμπεριφορά των μεταναστευτικών πτηνών. Οι ασπροκώλες, αποδημητικά πουλιά που φθάνουν στην περιοχή από την Αφρική κατά την περίοδο Μαρτίου–Απριλίου, εγκαθίστανται στα ορεινά περιβάλλοντα του Παρνασσού για αναπαραγωγή. Η επιλογή των ενδιαιτημάτων αυτών σχετίζεται με τη διαθεσιμότητα τροφής και τις ευνοϊκές θερμοκρασιακές συνθήκες της άνοιξης.

Ωστόσο, κατά τη διάρκεια του Μαΐου και, σπανιότερα, στις αρχές Ιουνίου, είναι δυνατόν να εκδηλωθούν, πιο σπάνια, ψυχρές εισβολές από τα βορειοανατολικά Βαλκάνια. Οι συνθήκες αυτές οδηγούν σε απότομη πτώση της θερμοκρασίας και σε πρόσκαιρες χιονοπτώσεις στα μεγάλα υψόμετρα του Παρνασσού. Η μεταβολή αυτή επηρεάζει άμεσα τα πτηνά, καθώς μειώνει τη διαθεσιμότητα τροφής και επιβαρύνει τις θερμικές τους ανάγκες.
Ως αποτέλεσμα, οι ασπροκώλες αντιδρούν με κατακόρυφη μετακίνηση, εγκαταλείποντας προσωρινά τα υψηλά υψόμετρα και κατεβαίνοντας σε χαμηλότερες, πιο θερμές περιοχές. Η συμπεριφορά αυτή αποτελεί τυπικό παράδειγμα οικολογικής προσαρμογής σε βραχυχρόνιες μεταβολές του περιβάλλοντος.
Η επαναλαμβανόμενη παρατήρηση αυτού του φαινομένου από τους κατοίκους της περιοχής, οδήγησε στη διαμόρφωση της έκφρασης «έπεσε το χιόνι της Ασπροκώλας». Η φράση συμπυκνώνει με απλό τρόπο μια σύνθετη αλληλεπίδραση μεταξύ ατμοσφαιρικής κυκλοφορίας και βιολογικής απόκρισης.
Συνεπώς, το «χιόνι της Ασπροκώλας» μπορεί να ιδωθεί όχι μόνο ως καιρικό γεγονός, αλλά και ως δείκτης τοπικής οικολογικής δυναμικής, όπου η λαϊκή γνώση αποτυπώνει με ακρίβεια τη σύνδεση ανάμεσα στη φύση και τη συμπεριφορά των οργανισμών.

